Το Κλειδί…

•Μαρτίου 22, 2011 • Σχολιάστε

32 χρόνια πριν.

Ένα ηλιόλουστο ανοιξιάτικο απόγευμα που μία ξαφνική καταιγίδα κατέστρεψε. Ένας οικογενειακός περίπατος που η βροχή όρισε το τέλος του. Μικρός εγώ και δε με πτοούσε τίποτα, ούτε τα βρεγμένα μου ρούχα, ούτε τα λασπωμένα μου παπούτσια. Έτρεχα και φώναζα τόσο για να μ’ακούσει το φεγγάρι. Οι γονείς μου όμως ήθελαν να επιστρέψουμε στην ασφάλεια του σπιτιού μας. Νευρίασα μαζί τους. Ήθελα να μείνω, να δω το χώμα να ξεδιψά. Να δω τη φύση να παραδίνεται στους ρυθμούς της. Να παρατηρήσω τα σύννεφα και τις εκφράσεις τους. Να παίξω κι άλλο, σα παιδί που ήμουνα. Έπρεπε όμως να ακολουθήσω. Άλλωστε, μόνος μου, δε θα έβρισκα το δρόμο. Ή θα τον έβρισκα; Δε γνωρίζω, δε θυμάμαι, δε προσπάθησα… Δάκρυζε ο ουρανός στο πρόσωπο μου και η μαμά δε πείστηκε για τα δικά μου κλάματα που πάντα τη συγκινούσαν.

Ο άνεμος έπαιρνε άλλες ταχύτητες, μεγάλες, άσχημες. Με έσπρωχνε, με χτυπούσε, με πονούσε, με έριξε κάτω… Εκεί , στο καταπράσινο γρασίδι ανακάλυψα το μεγαλύτερο μου πάθος, τη πιο δυνατή αγωνία μου, τη πρώτη μου περιπέτεια… Ένα κλειδί απλό, κοινό, της οποιαδήποτε πόρτας, τράβηξε τη προσοχή μου. Δε ξέρω γιατί ενθουσιάστηκα τόσο… Πρίγκιπες, δράκοι, κάστρα και κρυφά περάσματα ήρθαν στη σκέψη μου και ένα μυστικό που μόνο εγώ θα μάθαινα. Ναι, το κλειδί αυτό ήταν το μέσο για τα χαμόγελα και τις λύπες μου, για τα σχέδια και τα πλάνα μου, για τις απογοητεύσεις και τις αναβολές μου…

Ποιος μπορεί να το άφησε εκεί και γιατί; Από ποιον μπορεί να έπεσε και πως; Σε ποιον λείπει και πόσα προβλήματα του δημιούργησε; Ποτέ δε θα πάρω απάντηση. Και δε θέλω, δε με ενδιαφέρει. Το μονοπάτι μου να ακολουθήσω μόνο επιθυμώ, αυτό το μονοπάτι που ποτέ δε θα διαβεί αυτός που έχασε το κλειδί. Μα αν ποτέ τον συναντήσω, θα του δώσω προσβάσεις και διέξοδο από κάθε αρνητική του διάθεση… Θα του χαρίσω τα μισά μου και κάτι παραπάνω… Φτάσαμε σπίτι και μέσα στο κουτάκι από το πιο πολύτιμο μου παιχνίδι έκρυψα το κλειδί. Το έβγαλα όμως αμέσως. Εκεί, δεν θα ήταν χρήσιμο.

Οι πόρτες που με περίμεναν ήταν εκεί έξω… Του δωματίου μου άνοιξε όταν ήρθα στο κόσμο. Η πρώτη που πέρασα, η πρώτη που εξερεύνησα.

Το Κλειδί…..

•Μαρτίου 5, 2011 • Σχολιάστε

Έρχεται…
Σύντομα…

Οι μέρες που έζησα, οι άνθρωποι που έκλεψα…

•Δεκέμβριος 21, 2009 • Σχολιάστε

To: Osa_exw_aisthanthei@gmail.com

Subject: Οι μέρες που έζησα, οι άνθρωποι που έκλεψα…

Με μάτωσαν οι μέρες μου κι οι νύχτες μου χειρότερα. Στον ύπνο μου το σώμα χαμηλά μα η ψυχή πέταξε και είδε τη ζωή μου όπως κανείς δε τόλμησε. Ούτε εγώ ο ίδιος δε μπόρεσα ακόμα κι όταν έκανα απολογισμούς. Ακόμα κι όταν άντεχα τους πόνους της αγκαλιάς σου, ακόμα κι όταν σε άφηνα να πνίγεις στα χιλιόμετρα τις έννοιες του θυμού. Προσπάθησα να φύγω, να κλείσω τη πόρτα αξημέρωτα μα ξύπνησαν οι γείτονες και απολογήθηκα. Και έδωσα εξηγήσεις γιατί τα όνειρά μου σε σακούλες είχα, γιατί γυμνός περπάτησα στο διάδρομο, γιατί τίποτα παρά μόνο τον εαυτό μου κράτησα. Έτρεξες να με προλάβεις μα δεν έφτασες ποτέ, δε σε είδα, απλά μου το είπαν ξένοι, γείτονες, κοινοί γνωστοί. Τους πίστεψα γιατί με ήξεραν καιρό, γιατί σε γνώριζαν λίγο. Άδολοι χαρακτήρες σε δρόμους αληθινούς, αδιάβατους που ψέματα δε συνήθιζαν να λένε. Φορούσες άσπρα κι έλαμπες σαν άγγελος, μα μαύρη η εικόνα σου όταν ήσουν κοντά μου. Και εγώ, που σε αγάπησα για αιώνες ευτυχισμένος ήμουν που σφάλμα σου έστω έγινα, γιατί σήμαινα κάτι τελικά…

Μία μέρα ακόμη που ο θάνατος άργησε…

•Δεκέμβριος 8, 2009 • Σχολιάστε

To: Osa_exw_aisthanthei@gmail.com

Subject: Μία μέρα ακόμη που ο θάνατος άργησε…

Μια μέρα ακόμη που ο ήχος σου έσπασε την ηρεμία μου. Δεν είχα επαφή με το πραγματικό μας τοπίο κι έτσι γέμιζα όνειρα. Μόνο που γκρέμισε ο χρόνος κάθε σκούρα εικόνα μου. Και το φως ήρθε και πλημμύρισε το χώρο και ήρθε περισσότερο την επόμενη μέρα. Τη τρίτη, φοβόμουν τη συνήθεια και άνοιξα τον κόσμο μου. Μα συννέφιασε απότομα και η χαρά μου πέταξε. Τίποτα δε μοιράζεται, κανένας δε χαρίζεται. Όλα έχουν μία τιμή μα καμία αξία. Γιατί δε τους έθεσα όρια, περιορισμούς, συγκρίσεις και ανέχειες.

Περίμενα το φως τελικά, το ήθελα, το διεκδικούσα μα νύχτα ξημέρωνε και το φεγγάρι μου πέθαινε για τον εαυτό του και μόνο. Εγωιστικό μα ειλικρινές, απόλυτο μα αποδεκτό. Και το όνειρο ξύπνησε στους ήχους σου που εφιάλτες θύμιζαν. Από εκείνους που μικρά παιδιά ημερεύουν. Μια μέρα ακόμη που ο θάνατος άργησε κι έπλυνε η βροχή όσες αμφιβολίες μου…

Φύγε πριν μάθω να πετώ στον ουρανό σου…

•Δεκέμβριος 1, 2009 • Σχολιάστε

To: Osa_exw_aisthanthei@gmail.com

Subject: Φύγε πριν μάθω να πετώ στον ουρανό σου…

Άνοιξα τα μάτια την αλήθεια να αντικρύσω μα ήμουν τυφλός. Το φως μου έκρυβαν τα λάθη που κέρδισα, που διεκδίκησα. Μετρούσα καλοκαίρια μα χειμώνες με έβρισκαν και πολεμούσαν κάθε τι που τον ήλιο συνόδευε. Άθροισα τις απώλειες μου , πολλαπλασίασα τα κομμάτια της ψυχής μου μα οι ίδιοι συντελεστές εξασθενούσαν το είναι μου. Κουράστηκα και ζήτησα να φύγω ανώδυνα, με μία εκπνοή. Μα ανασαίνω ακόμα κι ας μη το επιθυμώ. Γιατί βιάστηκες να χτίσεις τα όνειρά σου στο κόσμο μου που κατέρρεε και δε το πρόσεξες, δε το υπολόγισες, δε στο εκμυστηρεύτηκα ποτέ. Ευθεία γραμμή της ζωής μου η σκόνη χωρίς φιλόδοξες ανηφόρες, χωρίς επικίνδυνες κλίσεις και γκρεμούς. Δεν ήσουν στον ορίζοντά μου γιατί δε σε φώναξα. Κι όταν ήρθες απρόσκλητος, εισέβαλες και κατέστρεψες τη γαλήνη μου. Κρυβόσουν εκεί σε κάθε φαντασίωσή μου μα κορμί μου δε σε έκανα, γεννιόσουν εκεί σε κάθε σκέψη μου μα φεγγάρι μου δε σε έπλασα. Και ξαφνικά αγανάκτησα που τάραξες ευχάριστα τα πάντα μου και αντέδρασα γιατί με πλήγωσες. Σκοτώνει το χαμόγελο που από σένα προέρχεται γιατί είναι αληθινό. Μη με προδώσεις έρωτά μου. Γι αυτό φύγε πριν μάθω να πετώ στον ουρανό σου, πριν συνηθίσω την εικόνα που φοράς…

Επέστρεψα…

•Νοέμβριος 28, 2009 • Σχολιάστε

…σα να μη πέρασε μια μέρα!

Μια ιστορία μου’ πες κάποτε κι ακόμα τη κρατώ…

•Δεκέμβριος 21, 2007 • 3 Σχόλια

dsc00222.jpg

To: Osa_exw_aisthanthei@gmail.com

Subject: Μια ιστορία μου’ πες κάποτε κι ακόμα τη κρατώ

Προσπάθησα να διαβάσω τα κρυμμένα σου λόγια, να γνωρίσω τη ανάγωγη ψυχή σου μα άχρηστες πληροφορίες γέμιζαν τις σκέψεις μου. Όλα όσα οι φίλοι σου δε θα μάθαιναν ποτέ γιατί θα πλημμύριζες ντροπή. Ποτέ δε μας ξεχώρισες, ποτέ δε μας κατάλαβες. Εγώ δίπλα σου υπομονετικά να συγκρατώ όσα μου έλεγες, να τα θυμάμαι τις άδειες μου νύχτες και να δακρύζω από οργή. Ήθελα να σε μάθω, να σε ζήσω, να μοιραστώ μαζί σου κάθε τι δικό σου. Μα η πληγωμένη μου καρδιά πέθαινε. Το παρελθόν σου ανήκει σε σένα και μόνο, δε το διεκδικώ, δεν το κυριεύω. Κράτησε το για σένα και έλα κοντά μου, μαζί μου στο αύριο. Κάποιες καταστάσεις για να τις νικήσεις χρειάζονται δύναμη και ώθηση. Μία διπλή επιρροή που σε βοηθά να αντέχεις. Αν σπάσει, τότε καταστρέφονται τα πάντα. Αισθάνομαι αδύναμος κάποιες στιγμές. Όπως και σήμερα που οι θύμισες και οι σκέψεις μου με κρατούν σιωπηλό. Ήθελα να σου μιλήσω μα δεν είχα το δικαίωμα, ήθελα να σου φωνάξω μη με σκοτώνεις μη με γυρίζεις πίσω. Δε τόλμησα όμως και προτίμησα να φύγω. Σε ένα χαρτί κατέθετα όλα όσα με πονούσαν. Δε το διάβασες, δε στο έδωσα. Δεν ήθελα να αλλάξω τον εαυτό που χρόνια έχτιζες. Δεν ήρθα στη ζωή σου για να σε φέρω στα μέτρα μου, μόνος σου θα προσαρμοστείς, αν το θες, αν με θες. Πολλές φορές χαμήλωνα το βλέμμα μου κάθε που ενημερωνόμουνα για προσωπικές σου στιγμές που δε με αφορούσαν, κάθε που ανέφερες το χθες που δε υπήρξα. Κάποιες άλλες όμως σε κοιτούσα για να μη χάσω τις εκφράσεις σου. Μιλούσες για όνειρα, για μας, για σένα, για τη ζωή που δεν είχες, για τους στόχους που άγγιξες, για τις κορυφές που κατέκτησες, για τους ανθρώπους που αγάπησες πραγματικά, για τις απρόσωπες σχέσεις που στοιχεία του εαυτού σου προσδιόριζαν. Μόνο αυτά με ενδιέφεραν. Ότι έχει σχέση με σένα, για σένα, για μας. Μια ιστορία μου είπες κάποτε κι ακόμα τη κρατώ. Στη σκέψη, στο μυαλό μου, στο κορμί μου που αντέδρασε. Κοίταξε με κλαίω. Μα εσύ δε δίνεις σημασία. Συνεχίζεις να μονολογείς, να μου συστήνεις τις συνήθειες και τα θέλω σου. Εγώ χαμογελώ μα εσύ ανέκφραστος. Αλλάξεις πορεία στο παραμύθι σου, παρασύρεσαι από το πάθος που σώματα σου χάρισαν και μου περιγράφεις συναισθήματα, σκηνές, εικόνες και πράξεις. Γιατί; Δε σου το ζήτησα. Δε το ήθελα. Δε το μπορούσα. Δε σταμάτησες, δε στο επέτρεψε η ορμή σου. Κι εγώ τα μάτια μου στη πόρτα έστρεψα. Ήθελα να φύγω, να μη σ’ ακούω, να μη σε βλέπω. Αισθάνομαι αδύναμος κάποιες στιγμές. Όπως και σήμερα, που οι θύμισες και οι σκέψεις μου με κρατούν σιωπηλό κι ας δήλωνε η ψυχή μου την απουσία της. Δε με κατάλαβες ποτέ. Δεν ήθελες. Ούτε τότε που σου ζήτησα να κρατάς για σένα όλα όσα με φίλους θα συζητούσες. Ο έρωτας σου ήμουν, ο σύντροφος, η αγάπη σου κι όχι κάποιος που κολλητό θα αποκαλούσες.Κι άφηνα το χρόνο να κυλά και να με πνίγει αθροιστικά, να με πληγώνει και να ζει εις βάρος μας. Δεν ήταν λάθος σου, δικό μου ήταν. Κι όσο περνούσε ο καιρός όλο και μεγάλωνε η απόσταση μας. Αυτή που εγώ δημιουργούσα με τη στάση μου. Συγνώμη αν σε πρόδωσα χωρίς να εξηγήσω. Συγνώμη αν σε άφησα να με περιμένεις ενώ ποτέ δε θα ερχόμουν. Δίδυμοι ουρανοί οι κόσμοι μας με σύννεφα κοινά να τέμνονται στη μέση σου γαλάζιου. Ο άξονάς μας. Η δική μας πορεία. Και η σύγκρουσή της έφερε τη βροχή. Μία καταιγίδα μου μόνο τη κάθαρση δεν έφερε, μία πλημμύρα που έπνιξε την αισιοδοξία της ζωής μας κάπου εκεί στη Μεσογείων, έξω από παιδότοπους. Εκεί στην άσφαλτο που άλλαζε χρώμα από το νερό που κυλούσε, από τη διάθεσή μου που περνούσε απέναντι αλλά όχι από τη διάβαση. Με κάθε κίνδυνο να πληγωθεί θανάσιμα. Επιλογή μου, απόφασή σου… μόνο υποθέσεις κάνω. Πόσο κοστίζουν οι στιγμές και με τι τις ανταλλάζεις; Πόσο κοντά στην ευτυχία περνάς και πόσο τη κερδίζεις; Εσύ φταις γι αυτό… Σε σένα το οφείλω… Ένα ευχαριστώ είναι λίγο.